Πού μπορεί να οφείλεται η τεράστια επιτυχία του "Joker";

Η ταινία "Joker" είναι επισήμως η εμπορικότερη ταινία της δεκαετίας στην Ελλάδα. Πώς έφτασε σε αυτή τη θέση και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το σινεμά στη χώρα μας.

Της Χρυσάνθης Ιακώβου/ Αναδημοσίευση απο mikropragmata.lifo.gr

Πριν από λίγους μήνες ανακοινώθηκαν οι εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας στην Ελλάδα (κι εμείς γράψαμε αυτό εδώ το άρθρο). Φυσικά, κανένας δε φανταζόταν ότι στο πάρα πέντε κυριολεκτικά της συμπλήρωσης της δεκαετίας θα ερχόταν μία ταινία που θα έσπαγε τα ελληνικά ταμεία και θα σκαρφάλωνε άνετα στην κορυφή του box office, ρίχνοντας το "Ένας άλλος κόσμος" του Χριστόφορου Παπακαλιάτη από την πρώτη θέση. Ο λόγος φυσικά για το "Joker", που έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα 800.000 εισιτήρια και συνεχίζει.

Ασχέτως αν το "Joker" είναι μια καλή ή όχι ταινία (εντάξει, είναι καλή, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως δεν είναι κακή ταινία), αποτελεί αυτή τη στιγμή κινηματογραφικό φαινόμενο: αναλύσεις επί αναλύσεων, αμέτρητες κριτικές σε περιοδικά και sites, συζητήσεις σε σινεφίλ πηγαδάκια, μια μικρή φρενίτιδα που όμοια της βλέπουμε σπάνια (τελευταία ταινία που απασχόλησε τόσο πολύ το κοινό ήταν το "La La Land" του 2014, όμως οι συζητήσεις περί αυτού δεν έφτασαν στο βάθος του "Joker"). Ακόμα και η έφοδος της αστυνομίας στις κινηματογραφικές αίθουσες για να απομακρύνει τους ανήλικους θεατές άλλο δεν έκανε από το προσθέσει ακόμα περισσότερο μύθο στο φαινόμενο "Joker".

Τι είναι λοιπόν αυτό που έκανε τους Έλληνες να τρέξουν μαζικά στον κινηματογράφο, περισσότερο από ότι έτρεξαν για κάποια ελληνική ταινία (παραδοσιακά οι ελληνικές παραγωγές τραβάνε πάντα το ενδιαφέρον του κοινού), περισσότερο απ' ότι έτρεξαν για εμβληματικές ταινίες, όπως το "James Bond" ή το "Harry Potter" ή το "Star Wars" και το "Avengers";

Για να δώσουμε μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα, θα πρέπει καταρχάς να λάβουμε υπόψη το είδος του κοινού που συνηθίζει να πηγαίνει σινεμά. Ανατρέχοντας στη λίστα με τις είκοσι εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας, σινεμά πηγαίνουν κατεξοχήν οι λάτρεις των ταινιών με υπερήρωες και των ταινιών δράσης. Εμπίπτει το "Joker" σε αυτές τις κατηγορίες; Αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον στοιχείο στην όλη υπόθεση: και ναι και όχι.

Κάνοντας μια ταινία για τον Τζόκερ, έχεις αυτομάτως ένα σίγουρο κοινό: αυτό που λατρεύει τα κόμικ, αυτό που λατρεύει το σύμπαν των υπερηρώων, αυτό που αγαπάει τον …Μπάτμαν. Το "Joker" όμως δεν είναι μια τέτοια ταινία, είναι μια ταινία κυρίως κοινωνική, ψυχογραφική -και πολιτική ακόμα αν θέλεις με την ευρεία έννοια του όρου-, που εστιάζει σε έναν ψυχικά ασθενή άνθρωπο, ο οποίος καταβυθίζεται στην τρέλα λόγω του περίγυρού του. Με αυτήν την θεματολογία, το "Joker" κερδίζει και την …άλλη μισή μερίδα θεατών, αυτών που θέλουν κάτι πιο βαθύ, πιο μεστό, πιο ουσιαστικό, ικανό να πυροδοτήσει συζητήσεις και να δώσει τροφή για σκέψη. Με λίγα λόγια, έχουμε μ' ένα σμπάρο-δυο τρυγόνια.

Το "Joker" έρχεται να ενώσει, κατά κάποιον τρόπο, δύο διαφορετικά κινηματογραφικά είδη: είναι μια "βαριά" από άποψη περιεχομένου ταινία, που χρησιμοποιεί όμως έναν ευρέως διαδεδομένο και δημοφιλή ήρωα, έναν ήρωα οικείο, "αγαπητό" και δοκιμασμένο, κατά κάποιον τρόπο, τόσο από τα κόμικ όσο και από άλλες ταινίες (μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δε θα υπήρχε τόσο ενδιαφέρον για τον Τζόκερ στις μέρες μας αν δεν είχαν προηγηθεί ο Χιθ Λέτζερ του "Σκοτεινού Ιππότη" και ο Τζακ Νίκολσον του "Μπάτμαν"). Στη συγκεκριμένη ταινία λοιπόν ο ήρωας μας θα μπορούσε να είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, χωρίς να αλλάξει καθόλου η πλοκή ή το τέλος. Το ότι είναι ο Τζόκερ όμως είναι που έκανε την (εισπρακτική) διαφορά.

Αυτό το στοιχείο, λοιπόν, ήταν σε πρώτη φάση αρκετό για να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού και να το φέρει μέχρι την σκοτεινή αίθουσα. Σε δεύτερη φάση όμως, που η ταινία διαδίδεται από στόμα σε στόμα, χρειάζεται και κάτι παραπάνω για να έχει μαζική επιτυχία. Τι ήταν αυτό το κάτι παραπάνω στην περίπτωσή μας; Το ότι το "Joker" καταπιάνεται με δύο πολύ ενδιαφέροντα θέματα: αυτά της ψυχικής ασθένειας και της κοινωνίας Ή, ακόμα καλύτερα, καταπιάνεται με το διαχρονικά φλέγον θέμα της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και κοινωνίας.

Είτε πρόκειται για τέχνη είτε πρόκειται για την πραγματικότητα, οι άνθρωποι έχουν την τάση να έλκονται από αυτούς που παρεκκλίνουν από τα όρια της "φυσιολογικής" συμπεριφοράς, από αυτούς που είναι πολύ διαφορετικοί για να ενταχτούν στους κοινωνικούς κανόνες, από τους διαταραγμένους, τους ψυχικά ασθενείς, τους κατατρεγμένους. Είναι κάτι ανοίκειο, που προκαλεί τρόμο και γοητεία ταυτόχρονα. Στην περίπτωση του "Joker" αυτό λειτουργεί με δύο τρόπους: έχουμε έναν ήρωα σκοτεινό που πάσχει από ψυχική ασθένεια, ο οποίος παράλληλα πέφτει συνεχώς θύμα κακομεταχείρισης, αδιαφορίας και επιθετικής συμπεριφοράς. Μπορείς να τρομάξεις και να ταυτιστείς συνάμα.

Αυτό που προσθέτει η συγκεκριμένη ταινία στην ήδη γνωστή και χιλιοειπωμένη ιστορία του Τζόκερ είναι ότι τον παρουσιάζει ως θύτη και θύμα ταυτόχρονα. Όσο κι αν μέσα σου διαφωνείς με τη βία και την εγκληματική συμπεριφορά, δυσκολεύεσαι να μη συμπαθήσεις και πολύ περισσότερο να μη συμπονέσεις έναν κινηματογραφικό ήρωα που δεν γεννήθηκε κακοποιός, αλλά ήταν η κοινωνία αυτή που τον ώθησε στα άκρα. Σε αντίθεση με άλλες εκδοχές του Τζόκερ, εδώ δεν έχουμε έναν φύσει κακό άνθρωπο, αλλά ένα πρόσωπο μελαγχολικό, αδικημένο, κατατρεγμένο.

Και κάπου εδώ υπεισέρχεται η άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση της ταινίας: η κοινωνική. Το Γκόθαμ Σίτι είναι το κατεξοχήν μέρος ανομίας, αλλά ίσως εδώ, για πρώτη φορά, δεν παρουσιάζεται ως μία σουρεαλιστική κοινωνία όπου συμβαίνουν απίστευτα πράγματα με φανταστικούς "κακούς", αλλά ως μια πόλη σε αναβρασμό που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η δική μας. Πολιτικοί διεφθαρμένοι, πλουσιόπαιδα που νομίζουν ότι μπορούν να φέρονται όπως θέλουν, απουσία κρατικής μέριμνας, δυσαρεστημένοι πολίτες, αδιαφορία, μοναξιά, αποξένωση, μισαλλοδοξία, φόβος. Η κοινωνία του "Joker" δεν είναι απλώς μια κοινωνία που μας αφορά όλους, είναι -δυστυχώς- η δική μας κοινωνία.

Σε όλα αυτά μπορούμε να προσθέσουμε και την απίθανη ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ, καθώς και το καλό επίπεδο παραγωγής σε όλους τους τομείς: φωτογραφία, σκηνοθεσία, καστ, μουσική. Αξίζει όμως να είναι το "Joker" στην κορυφή των εμπορικότερων ταινιών της δεκαετίας στην Ελλάδα; Είναι, δηλαδή, η "καλύτερη" ταινία της δεκαετίας; Μάλλον όχι. Αν καταφέρουμε να τη δούμε με μια πιο νηφάλια ματιά, απογυμνωμένη από τον ντόρο και το hype, θα διαπιστώσουμε πιθανότατα ότι αποτελεί απλώς μια καλογυρισμένη ταινία με ιντριγκαδόρικο στόρι και έναν ενδιαφέροντα κεντρικό ήρωα.

Πέρα από όλα αυτά όμως, το να κατέχει την πρωτιά μια ταινία σαν το "Joker" τι μπορεί να σημαίνει για το σινεμά στην Ελλάδα; Δύο πράγματα. Από τη  μια, το ότι μία ταινία κοινωνικού περιεχομένου κατάφερε να ενθουσιάσει και να κερδίσει τόσο κόσμο είναι μια αισιόδοξη εξαίρεση στον καταιγισμό επιτυχίας των ταινιών που είναι γεμάτες εφέ και προσφέρονται για θέαμα και όχι για προβληματισμό. Από την άλλη, το ότι η επιτυχία της οφείλεται κυρίως στο όνομα "Τζόκερ" αποδεικνύει ότι πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί εμπορικά μια ταινία αν δεν ανήκει σε ένα φραντσάιζ ή σε ένα ευρύτερο κινηματογραφικό σύμπαν. Και αυτό δεν ξέρω πόσο αισιόδοξο μπορεί να είναι για το μέλλον της κινηματογραφικής αίθουσας.

Να υπερασπιστούμε τη νέα γενιά

Ένας καθηγητής που μας δίδασκε ιστορία στη Φιλολογία μας είχε πει πως όταν οι προοδευτικοί έρθουν στην εξουσία, γίνονται σιγά σιγά συντηρητικοί. Αυτό βέβαια το είπε αναφερόμενος στην πολιτική, αλλά αν το καλοσκεφτείς δεν ισχύει για όλα;

Την σκέφτομαι συχνά αυτήν τη φράση, ειδικά όταν βλέπω τη νέα και την παλιά γενιά. Η "παλιά" γενιά, αυτή που έχει φτάσει πλέον στο αποκορύφωμα της δημιουργικότητάς της και της κατάκτησης των στόχων της, είναι σε αυτό το λεπτό μεταίχμιο που από τη μια μπαίνει στην ώριμη φάση της και από την άλλη ρίχνει κλεφτές ματιές σε αυτούς που ετοιμάζονται να την διαδεχτούν.

Και τι βλέπει; Παιδιά που είναι όλη μέρα κολλημένα στις οθόνες τους, στα social media και στο netflix, που βαριούνται να χορέψουν στα μαγαζιά, που προτιμούν να φλερτάρουν μέσω fb παρά τετ-α-τετ. Που δεν τους νοιάζει τίποτα, που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Προτού κουνήσουμε αποδοκιμαστικά το κεφάλι, πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι όντως έτσι; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Το θέμα μας όμως δεν είναι τι κάνει η νέα γενιά, αλλά για ποιο λόγο ενοχλείσαι εσύ από αυτά που κάνει η νέα γενιά.

Η κάθε εποχή έχει τα δικά της. Εμείς βλέπαμε όλη μέρα τηλεόραση, λιώναμε στις καφετέριες με τους φραπέδες στο χέρι, ξημεροβραδιαζόμασταν στα μπαράκια και στα μπουζούκια, η μεγαλύτερη μάστιγα ήταν τα ναρκωτικά. Οι γονείς μας και οι παππούδες μας είχαν απηυδήσει, φαντάζομαι, από την χαλαρότητα μας και την αδιαφορία μας, μας έλεγαν κακομαθημένους και ότι τα έχουμε βρει όλα έτοιμα στη ζωή και είχαν πάντα να μας διηγηθούν ένα σωρό ιστορίες για όλα τα σπουδαία που έκαναν αυτοί στη δική μας ηλικία. Και το ίδιο ακριβώς γινόταν και με τους παππούδες μας από τους δικούς τους γονείς και πάει λέγοντας μέχρι που φτάνουμε στη δημιουργία του κόσμου.

Δεν υπάρχει απαραίτητα σωστό και λάθος όταν μιλάμε για τις συνήθειες μιας γενιάς. Ούτε υπάρχει παρακμή μήτε έκλυση των ηθών. Υπάρχει μόνο προσαρμογή στις νέες συνθήκες, εξέλιξη, φυσική πορεία μέσα στο χρόνο. Κάθε εποχή έχει τα καλά της και τα κακά της. Ναι, κάποιες γενιές ίσως υπήρξαν πιο δημιουργικές, ίσως να άφησαν πιο πολλά στους επόμενους, αλλά είμαστε σίγουροι ότι η δική μας είναι μία από αυτές; Έχουμε το δικαίωμα να κοιτάμε αφ' υψηλού τους επόμενους;

Στο κάτω-κάτω, εμείς δεν μεγαλώνουμε τη νέα γενιά; Πάνω σε αυτά που εμείς της προσφέρουμε δεν πατάει την εξέλιξη της; Οπότε, ας αναρωτηθούμε πρώτα τι έχουμε δώσει στους νέους μέχρι τώρα. Τους έχουμε δώσει τεχνολογία, κινητά, ίντερνετ, από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Τους έχουμε προσφέρει τόσες πολλές πληροφορίες που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμες. Τους έχουμε εκθέσει σε έναν καταιγισμό εικόνων. Δεν τους έχουμε δώσει σωστή παιδεία, ενημέρωση, τέχνη, ιδέες, βιβλία. Τους μεγαλώνουμε μέσα στην κρίση, σε ένα οικονομικά ασταθές περιβάλλον. Τους φέραμε σε ένα κράτος όπου σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί σωστά και όπου δεν υπάρχουν ευκαιρίες, ακόμα κι αν τα κάνεις όλα σωστά. Και θα τους αφήσουμε σε έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ταραγμένο, σε έναν πλανήτη που κινδυνεύει. Οπότε, μπορούμε να κατηγορήσουμε για κάτι τη νέα γενιά;

Αν οι νέοι φέρονται σήμερα με έναν συγκεκριμένο τρόπο καλό ή κακό, δεν έχει αυτό σημασία είναι γιατί έτσι διαμορφώθηκαν από εμάς και από την κοινωνία, της οποίας εμείς έχουμε αυτή τη στιγμή τα ηνία. Προτού κατηγορήσουμε τους νέους, ας τους κατανοήσουμε. Ή μάλλον όχι, το να τους κατανοήσουμε είναι σχεδόν αδύνατον, καμία γενιά δεν μπορεί να κατανοήσει απόλυτα την επόμενη ή την προηγούμενη. Καλύτερα ας τους αγαπήσουμε. Ας τους αγαπήσουμε και ας τους υπερασπιστούμε. Ας προσπαθήσουμε να τους εφοδιάσουμε με όση περισσότερη αυτοπεποίθηση, ορμή και γνώση γίνεται. Ας τους ρίξουμε στον κόσμο έτοιμους και θαρραλέους, μήπως και μπορέσουν να κάνουν κάτι καλύτερο από αυτό που κάναμε εμείς.

(Περιοδικο SER-FREE, τ.54, Νοέμβριος 2019)

Η καλοσύνη των ξένων

Στο εμβληματικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς "Λεωφορείον ο πόθος" η εύθραυστη ηρωίδα Μπλανς Ντιμπουά, μετά τον βιασμό της από τον γαμπρό της, Στάνλεϊ Κοβάλσκι, χάνει την ψυχική της ισορροπία και τα λογικά της. Καθώς δύο ψυχίατροι έρχονται να την παραλάβουν, η Μπλανς λέει ήρεμη "Πάντα βασιζόμουν στην καλοσύνη των ξένων". Το έργο τελειώνει, η αυλαία πέφτει.

Πάντα με βασάνιζε και εξακολουθεί να με βασανίζει αυτή η ατάκα. Γιατί η Μπλανς, μετά από ό,τι της συνέβη, εξακολουθούσε να βασίζεται στην καλοσύνη των ξένων; Μήπως γιατί ο κόσμος είναι κατά τα άλλα όμορφος και πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι; Ή αυτή είναι μια φράση που μόνο ένας πραγματικά διαταραγμένος άνθρωπος θα ξεστόμιζε; Ή απλώς η Μπλανς μας δουλεύει όλους ψιλό γαζί;

Αυτή τη στιγμή στον κόσμο γίνονται πόλεμοι. Η Ευρώπη γεμίζει με μετανάστες. Ένα μέρος της παγκόσμιας οικονομίας βασίζεται στην παιδική εργασία. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο πεθαίνουν από την πείνα, την ίδια στιγμή που άλλοι πλουτίζουν με παράνομους τρόπους.

Η δική μας η χώρα βρίσκεται σε συνεχή κατήφορο και οι πολιτικοί μας -από όλα τα κόμματα ανεξαιρέτως- συνεχίζουν τις παρασκηνιακές παρανομίες. Φυσικά, δεν τιμωρείται κανείς, ούτε καν δια της ψήφου μας. Η διαφθορά, η παρατυπία, η αδιαφορία είναι παρούσες κάθε μέρα, σε κάθε μικρό και μεγάλο περιστατικό της ζωής μας.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από προβλήματα που προκαλούνται κυρίως από την έλλειψη αλληλοσεβασμού, από την έλλειψη ευγένειας, από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, από τη ζήλεια, από τον εγωκεντρισμό, από τον ωχαδερφισμό.

Νομίζω ότι η ενηλικίωση μας και η ωριμότητά μας έρχονται πραγματικά όταν συνειδητοποιούμε σε πόσο μεγάλο βαθμό είναι σάπιος ο κόσμος που ζούμε. Κι ότι οι ρομαντικές ιδέες της εφηβείας μας και της πρώιμης νιότης μας είναι πολύ φτωχές και αδύναμες για να τον αλλάξουν.

Σε έναν τέτοιο κόσμο λοιπόν πού μπορείς να στηριχτείς; Από πού να πιαστείς; Και σε τι να πιστέψεις; Στα μαζικά κινήματα; Στις ιδεολογίες; Στη δύναμη των πολιτών; Στην αλληλεγγύη των ανθρώπων; Στους ποιητές που προσπαθούν να ανακαλύψουν την αλήθεια; Στην τέχνη; Στους "ήρωες"; Στους εμπνευσμένους πολιτικούς; Η ίδια η ζωή σε διαψεύδει, σου τα αφαιρεί όλα ένα-ένα σαν το κρεμμύδι που ξεφλουδίζεται. Ή μήπως στην καλοσύνη των ξένων; Μπορείς να έχεις πίστη στην ανθρωπότητα; Στο καλό που υπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου; Κι ότι στο τέλος θα νικήσει αυτό, όπως στις ταινίες;

Εγώ όχι, δεν πιστεύω στην καλοσύνη των ξένων. Δεν πιστεύω ότι μπορείς να βασιστείς στο γενικότερο καλό, στη βοήθεια που θα έρθει απέξω.

Σε τι πιστεύω τότε; Σε ένα πράγμα μόνο: στην ατομική προσπάθεια. Πιστεύω στη δυνατότητα του κάθε ανθρώπου να δουλέψει με τον εαυτό του, να τον βελτιώσει, να τον αλλάξει. Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνει ο ίδιος το καλό και να μην περιμένει να το βρει αλλού. Να αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, να εφαρμόζει αυτό που έλεγε ο Καζαντζάκης, "να λες εγώ, εγώ μοναχός μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω". Ας μην περιμένουμε λοιπόν να συναντήσουμε το θαύμα στους άλλους, ας γίνουμε εμείς οι ίδιοι το θαύμα. Κι ας μη βασιζόμαστε στην καλοσύνη των ξένων, ας βασιζόμαστε στη δική μας.

(Περιοδικό Ser-Free #53)

Οι 20 εμπορικότερες ταινίες της δεκαετίας στην Ελλάδα

Τι σημαίνουν για τις προτιμήσεις του Έλληνα και για το εγχώριο και παγκόσμιο κινηματογραφικό τοπίο

(Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο mikropragmata.lifo.gr)

Μιας και η δεκαετία που διανύουμε πλησιάζει σιγά σιγά προς το τέλος της, δημοσιεύτηκαν πρόσφατα δύο λίστες με τις ταινίες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας: η μία λίστα περιλαμβάνει τις είκοσι ταινίες με τις περισσότερες εισπράξεις και η δεύτερη τις δέκα ελληνικές ταινίες που προσέλκυσαν το κοινό στη σκοτεινή αίθουσα. Τι σημαίνουν αυτές οι λίστες για τις κινηματογραφικές συνήθειες του Έλληνα, αλλά και για το κινηματογραφικό τοπίο της δεκαετίας μας;

Οι 20 εμπορικότερες ταινίες στην Ελλάδα τη δεκαετία 2010-2019 (όπως δημοσιεύτηκαν στο Flix)

1. Ένας Άλλος Κόσμος 668.892 (2015-2016)
2. Skyfall 579.566 (2012-2013)
3. Αν… 531.547 (2012-2013)
4. Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη 491.450 (2019)
5. Spectre 487.347 (2015-2016)
6. Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει 446.258 (2015-2016)
7. Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι 427.797 (2012-2013)
8. Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών 426.075 (2014-2015)
9. Inception 421.845 (2010)
10. 300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας 407.966 (2014)
11. Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά 395.955 (2011)
12. Χόμπιτ: Η Ερημιά του Νοσφιστή 392.010 (2013-2014)
13. Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου, Μέρος Α 381.382 (2010-2011)
14. Η Τιτανομαχία 378.196 (2010)
15. Μαχητές των Δρόμων 7 370.606 (2015)
16. Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι 370.043 (2015)
17. Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας 363.487 (2018)
18. Μικρά Αγγλία 361.441 (2013-2014)
19. Η Ρόζα της Σμύρνης 356.983 (2016-2017)
20. I Love Karditsa 353.981 (2010)

Από τις είκοσι εμπορικότερες ταινίες οι πέντε είναι ελληνικές. Είναι καλό αυτό ή κακό; Θα μπορούσε ο ελληνικός κινηματογράφος να έχει καλύτερα αποτελέσματα στην …έδρα του; Ίσως και όχι, αν σκεφτεί κανείς ότι συναγωνίζεται με παγκόσμια blockbusters. Εξάλλου, και η πρώτη και η τρίτη ταινία της λίστας ελληνικές είναι (και οι δύο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη), πράγμα που αποδεικνύει ότι με λίγο καλό marketing, δυνατά ονόματα στους συντελεστές και μια καλή ιστορία από πίσω ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί και νούμερα να κάνει και να κερδίσει το κοινό. Αυτό είναι το αισιόδοξο συμπέρασμα. Το απαισιόδοξο είναι ότι την προηγούμενη δεκαετία είχαμε πολύ εμπορικότερες ελληνικές ταινίες: "Πολίτικη Κουζίνα" (2003) 1.560.000, "Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο" (2005) 1.370.000, "El Greco" (2007) 1.200.000, "Νύφες" (2004) 750.000. Αυτό σημαίνει ότι και ο ελληνικός κινηματογράφος έχει μια φθίνουσα εισπρακτικά πορεία, αλλά και ότι τα τελευταία χρόνια πηγαίνουμε λιγότερο στο σινεμά απ' ότι στο παρελθόν.

Κατά τα άλλα, τι έχουμε στη λίστα; Περιπέτειες, franchises, sequels και υπερήρωες. Αν αφήσουμε στην άκρη τις ελληνικές, μόνο μία ταινία δεν ανήκει σε κάποια σειρά ταινιών: το "Inception", το οποίο βέβαια είναι κι αυτό περιπέτεια και έχει από πίσω του τον σκηνοθέτη Christopher Nolan, τον ηθοποιό Leonardo DiCaprio και μια πολύ πρωτότυπη υπόθεση. Από τις παραπάνω κατηγορίες ξεφεύγουν και οι "Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι", που είναι η μοναδική ταινία στη λίστα που δεν είναι περιπέτεια, η οποία βέβαια δεν αποτελεί έκπληξη που βρίσκεται εδώ, δεδομένου του ντόρου που δημιουργήθηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Απουσιάζουν εντελώς ταινίες από άλλες κατηγορίες (δραματικές, κοινωνικές, κωμωδίες), όπως και από άλλες χώρες πλην της Αμερικής, πράγμα που σημαίνει ότι είτε η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν προτιμά τέτοιες ταινίες είτε ότι επιλέγει να τις δει στο σπίτι και όχι στον κινηματογράφο.

Η προτίμηση στα sequels και στα franchises δείχνει προφανώς ότι ο Έλληνας δε θέλει να ρισκάρει τα χρήματα που θα δώσει στο ταμείο του κινηματογράφου. Από το να δει μια ταινία που δεν ξέρει αν θα του αρέσει τελικά, διαλέγει κάτι λίγο-πολύ γνωστό και "εγγυημένα" καλό ("Skyfall" και "Spectre" από το σύμπαν του James Bond, "Πειρατές της Καραϊβικής", "300") ή ένα franchise που προφανώς ακολουθεί εδώ και πολλά χρόνια ("Star Wars", "Χάρι Πότερ"). Είναι τόσο έντονη αυτή η τάση, που μέσα στη λίστα είναι και "Οι μαχητές των δρόμων" με την 7η (!) ταινία της σειράς, ενώ η τριλογία του "Χόμπιτ" είναι ολόκληρη εντός λίστας, φυσικά επειδή είχε το καλό προηγούμενο του "Άρχοντα των δαχτυλιδιών".

Το ότι η λίστα είναι γεμάτη με περιπέτειες και ταινίες επιστημονικής φαντασίας δείχνει και κάτι άλλο: ο Έλληνας πάει στο σινεμά για να απολαύσει το θέαμα. Τον ενδιαφέρουν, δηλαδή, περισσότερο τα οπτικά και ηχητικά εφέ, οι σκηνές δράσης, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Με λίγα λόγια, θέλει να δει στο σινεμά αυτό που δεν μπορεί να δει στο σπίτι -όχι με τον ίδιο τρόπο τουλάχιστον.  

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, πρέπει να σκεφτούμε τον γενικότερο ρόλο που παίζει σήμερα ο κινηματογράφος στην ψυχαγωγία των Ελλήνων. Όλο και λιγότεροι πηγαίνουν σήμερα στο σινεμά, γιατί καλύπτονται από τις ταινίες που βλέπουν μέσω συνδρομητικών καναλιών, πλατφορμών τύπου Netfix και φυσικά παράνομου downloading. Σε όλο αυτό ήρθε να προστεθεί και η τάση της εποχής που έχει τραβήξει το ενδιαφέρον του κόσμου στις σειρές, άρα τον κρατάει στο σπίτι. Με τόσες πολλές και τόσο φτηνές και τόσο εύκολα διαθέσιμες επιλογές δύσκολα θα αφήσει κάποιος τον καναπέ του για να πάει στον κινηματογράφο.

Παράλληλα, η απόλυτη κυριαρχία των σειρών ίσως να αλλάζει κι άλλο τα δεδομένα: ο μέσος θεατής εφόσον έχει συνηθίσει πλέον ένα θέαμα των 60 το πολύ λεπτών -το οποίο εκ των πραγμάτων πρέπει να είναι γρήγορο, έντονο και συναρπαστικό για να δώσει πάσα για το επόμενο επεισόδιο- μπορεί πλέον να επενδύσει σε ένα δίωρο, το οποίο μάλιστα θα είναι, αναγκαστικά, και πιο υποτονικό; Αυτό μάλλον είναι κάτι που θα φανεί σε βάθος χρόνου.

Το σίγουρο συμπέρασμα πάντως είναι ότι ο Έλληνας δε βλέπει τον κινηματογράφο σαν ένα μέσο/χώρο πνευματικών αναζητήσεων και ζυμώσεων ή ως τέχνη, αλλά ως ένα συμπλήρωμα σε αυτά που βλέπει ήδη στο σπίτι, γι' αυτό και επιλέγει τις ταινίες που δε θα ήταν ίδιες στο σπίτι. Ή, να το πούμε αλλιώς, δεν πάει σινεμά για το σινεμά.

Η ξεκάθαρη αυτή προτίμηση σε ταινίες δράσης και επιστημονικής φαντασίας μπορεί βέβαια να ερμηνευτεί και με άλλους τρόπους: ο κόσμος στρέφεται σε ανάλαφρες ταινίες που θα τον ξεκουράσουν και δε θα τον επιβαρύνουν ψυχολογικά -δεδομένης και της οικονομικής κρίσης και της γενικότερης κατήφειας των τελευταίων ετών-, ενώ μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κοινό που επισκέπτεται ως επί το πλείστον το σινεμά είναι νεαρότερης ηλικίας, εξ ου και η επιλογή αυτού του είδους των ταινιών.

Τι μπορεί να σημαίνει όμως η εμπορικότητα των franchise και των sequel για το ίδιο το σινεμά; Και ποια η σχέση αυτού του είδους του κινηματογράφου με το κοινό; Στέρεψε το Χόλιγουντ από ιδέες και στρέφεται μοιραία σε συνέχειες παλιότερων ταινιών ή αναγκάστηκε να επενδύσει προς αυτήν την κατεύθυνση επειδή το κοινό ζητάει τέτοιες ταινίες; Μάλλον και τα δύο.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η βελτίωση των εφέ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον κινηματογράφο σίγουρα επέδρασε καθοριστικά στις αποφάσεις των στούντιο παραγωγής στην Αμερική, με αποτέλεσμα να έχουμε πλέον ταινίες που συναγωνίζεται η μία στην άλλη στα εφέ. Αυτό είχε ας αποτέλεσμα να περνά η υπόθεση και η πλοκή της ταινίας σε δεύτερη μοίρα, εφόσον μπορεί να υπάρχει ένα πολύ εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, μπορούμε να πούμε ότι και το ίδιο το κοινό -μετά από τόσα χρόνια χρήσης υπολογιστών και ίντερνετ- έχει πλέον περισσότερες απαιτήσεις από αυτό που θα δει στη μεγάλη οθόνη, οπότε δύσκολα εντυπωσιάζεται, πράγμα που μας οδηγεί και πάλι στα στούντιο παραγωγής που θέλουν ακόμα καλύτερα αποτελέσματα.

Σχετικά με το σημερινό κινηματογραφικό τοπίο, ας μη γίνουμε μίζεροι κι ας μην πούμε ότι δε βγαίνουν πια το ίδιο καλές ταινίες με το παρελθόν. Ας πούμε απλώς ότι ο κινηματογράφος δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει όπως παλιά. Η άνοδος του ίντερνετ, των συνδρομητικών καναλιών και των πλατφορμών (χώρια το παράνομο downloading) έχει ταρακουνήσει για τα καλά τους παραγωγούς στην Αμερική, οι οποίοι στρέφονται πλέον σε πιο σίγουρες επιλογές. Τα sequel είναι ένας τέτοιος τρόπος, όπου η επιτυχία θεωρείται σχεδόν εξασφαλισμένη, ενώ με τα franchise έχουμε εξασφαλισμένα χρήματα σε βάθος χρόνου με μία και μόνο καλή αρχική ιδέα (πράγμα που μας βάζει και στη λογική της -τηλεοπτικής- σειράς).

Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι καινούργιες ιδέες δε ρέουν άφθονες στο Χόλιγουντ, κι αυτό φαίνεται και από τα remake παλιών ταινιών και από τις άπειρες βιογραφίες που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Αυτό όμως έχει ίσως συμβεί ακριβώς αυτήν την χρονική στιγμή που ο κόσμος μοιάζει να έχει γυρίσει κατά κάποιον τρόπο την πλάτη του στην 7η τέχνη, οπότε έχουμε μπει σε έναν φαύλο κύκλο. Θα είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη αυτή η κατάσταση ή πρόκειται για φάση; Ίδωμεν!

 

Οι 10 εμπορικότερες ελληνικές ταινίες τη δεκαετία 2010-2019 (όπως δημοσιεύτηκαν στο Flix)

1. Ένας Άλλος Κόσμος 668.892 (2015-2016)
2. Αν… 531.547 (2012-2013)
3. Μικρά Αγγλία 361.441 (2013-2014)
4. Η Ρόζα της Σμύρνης 356.983 (2016-2017)
5. I Love Karditsa 353.981 (2010)
6. Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι
317.153 (2012-2013)
7. Νήσος 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού 299.296 (2011-2012)
8. The Bachelor 2
237.559 (2017-2018)
9. Καζαντζάκης
232.851 (2017-2018)
10. The Bachelor
229.000 (2018-2019)

Η τρέχουσα δεκαετία είναι ξεκάθαρα πεσμένη σε ό,τι αφορά το εγχώριο σινεμά, και γιατί τα νούμερα είναι πολύ χαμηλότερα αν τα συγκρίνουμε με αυτά της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά και γιατί δε διαθέτει κάποια ταινία που να ξεχωρίζει και να έχει αξιώσεις να μείνει στο μυαλό των σινεφίλ για τα επόμενα χρόνια, όπως συνέβη δηλαδή με την "Πολίτικη Κουζίνα" ή με τις "Νύφες" (η "Μικρά Αγγλία" έχει κάποιες ελπίδες γι' αυτό, αλλά είναι νωρίς ακόμα για να το πούμε).

Από τις δέκα ταινίες οι έξι είναι δραματικές και μόνο οι τέσσερις κωμωδίες. Οι Έλληνες πείθονται, όπως φαίνεται, όταν κάποια ταινία έχει υπόθεση που σχετίζεται έστω έμμεσα με την ελληνική ιστορία ("Μικρά Αγγλία", "Ρόζα της Σμύρνης", "Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι"), ενώ είναι ενθαρρυντικό ότι βρίσκεται εντός λίστας ο "Καζαντζάκης", πράγμα που πρέπει να δώσει στο ελληνικό σινεμά το μήνυμα ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για ταινίες που έχουν να κάνουν με ιστορικές προσωπικότητες της Ελλάδας ή με διάφορες πτυχές της ελληνικής ιστορίας.

Σε ό,τι αφορά τις κωμωδίες πάντως, βλέπουμε ότι και εδώ λειτουργεί καλά η λογική του sequel, όπως αποδεικνύεται από το "Νήσος" και το "Bachelor" που έφεραν για δεύτερη φορά τον κόσμο στις αίθουσες.

Το παράδοξο πάντως είναι ότι από τη λίστα απουσιάζουν οι ταινίες που αγκαλιάστηκαν πολύ θερμά από τους κριτικούς και που έλαβαν εγκώμια στους κύκλους των σινεφίλ. Ταινίες όπως τα "Suntan", "Τετάρτη 04:45", "Xenia", "Attenberg", "Chevalier" που έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση, που κέρδισαν στα βραβεία "Ίρις" της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και που έλαβαν θετικές κριτικές και βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, δεν τράβηξαν αρκετά το κοινό.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει στον ελληνικό κινηματογράφο της τρέχουσας δεκαετίας θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν δύο πράγματα: την οικονομική κρίση και την επίδραση του Γιώργου Λάνθιμου. Μία ακριβώς δεκαετία πριν ήταν που ξεκίνησε η οικονομική κρίση, αλλάζοντας αισθητά το τοπίο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και δυσκολεύοντας αρκετά τα πράγματα για τους Έλληνες δημιουργούς. Ήταν επίσης μία δεκαετία πριν όταν ο Γιώργος Λάνθιμος τάραξε για τα καλά τα κινηματογραφικά νερά με τον "Κυνόδοντα" του, ο οποίος αποτέλεσε την αρχή για το λεγόμενο Greek Weird Wave, στο οποίο μπορεί να εντάξει κανείς ταινίες όπως το "Attenberg", το "Miss Violence", το "Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού".

Αν όλα αυτά τα συγκρίνουμε με τη λίστα των πιο εμπορικών ταινιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ένα σινεμά δύο ταχυτήτων. Αυτό βέβαια είναι κάτι που φαίνεται να συμβαίνει σε όλα τα κράτη και όχι μόνο εδώ. Το ευχάριστο είναι ότι οι Έλληνες φαίνεται να αγκαλιάζουν τις φιλόδοξες κινηματογραφικές παραγωγές και να τις στηρίζουν στο ταμείο και από την άλλη αρκετές ταινίες μας έπεισαν τους κριτικούς σε παγκόσμιους κινηματογραφικούς θεσμούς. Μένει να δούμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί το ελληνικό σινεμά την επόμενη δεκαετία και ποια στοιχεία θα αξιοποιήσει από αυτήν που τώρα τελειώνει.

 

Τι σημαίνει η αποχή από τις κάλπες;

Όταν τον 5ο αιώνα π.Χ. εφαρμόστηκε στην Αθήνα για πρώτη φορά το πολίτευμα της δημοκρατίας, όλοι οι πολίτες άνω των 21 ετών συμμετείχαν ενεργά στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν την πόλη τους. Το να μπορείς να συμμετέχεις στη διαδικασία αυτή ήταν κάτι τόσο σημαντικό, τόσο ιερό και τόσο (άτυπα) επιβεβλημένο που θεωρούνταν υποτιμητικό το να μην ασχολείσαι με τα κοινά και να μην παίρνεις μέρος στις πολιτικές αποφάσεις.

Για τα δεδομένα της εποχής το σύστημα αυτό ήταν πολύ προχωρημένο, σήμερα για εμάς είναι τόσο αυτονόητο που περάσαμε στο άλλο άκρο: μας ενδιαφέρουν τόσο λίγο τα κοινά που απαξιούμε μέχρι και να πάμε να ψηφίσουμε. Πάντα μετά τις εκλογές μάς απασχολούν τα αποτελέσματα, αλλά μήπως θα έπρεπε να μας απασχολεί ακόμα περισσότερο το ποσοστό αυτών που δεν πάνε να ψηφίσουν; Θα μου πεις, αφού έχουμε δημοκρατία, δεν είναι δικαίωμα του καθενός αν θα ψηφίσει ή όχι; Εδώ όμως δε μιλάμε για το δικαίωμα, μιλάμε για το σκεπτικό πίσω από την αδιαφορία αυτή.

Ναι οκ, η πολιτική κατάσταση της χώρας -η οποία έχει άμεσο αντίκτυπο φυσικά στην καθημερινότητα μας και στην οικονομική μας κατάσταση- είναι σε μαύρα χάλια. Διαθέτουμε τους εκπροσώπους που θα μας εμπνεύσουν και για τους οποίους ελπίζουμε ότι θα μας βγάλουν από το τέλμα; Προφανώς όχι. Είμαστε απίστευτα εκνευρισμένοι με ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο; Ω, ναι. Θα καταφέρουμε να πετύχουμε κάποια αλλαγή προς το καλύτερο εμείς οι πολίτες αν δεν πάμε να ψηφίσουμε; ΟΧΙ.

Ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά υπέρ της αποχής είναι ότι η πράξη αυτή θα περάσει ένα ηχηρό μήνυμα. Α ναι; Σε ποιους ακριβώς; Οι πολιτικοί δεν αντιλαμβάνονται ήδη δηλαδή πόσο θυμό και πόση απογοήτευση έχει μέσα του ο λαός; Από την αποχή θα το καταλάβουν; Ή μήπως είναι η αποχή ένα είδος τιμωρίας που θα τους ταράξει και θα τους στρέψει προς καλύτερες ενέργειες; Προφανώς και η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται με τον ίδιο τρόπο είτε πάνε στις κάλπες όλοι είτε πάνε οι μισοί. Και μη σου πω, όσο λιγότεροι τόσο το καλύτερο γι' αυτούς.

Και γιατί δηλαδή αν θέλουμε οπωσδήποτε να περάσουμε ένα μήνυμα δεν το κάνουμε με κάποιον άλλον τρόπο; Δε θα ήταν πιο αποτελεσματικό, για παράδειγμα, να ψηφίσουμε ένα μικρό κόμμα εφόσον δε θέλουμε να ενισχύσουμε τα μεγάλα; Ή μια άλλη εναλλακτική πρόταση που μας φαίνεται κάπως συμπαθητική; Ή κάποιον που θεωρούμε πως είναι ο λιγότερο διεφθαρμένος;

Φυσικά, για να τα κάνουμε όλα αυτά θα πρέπει να είμαστε ενημερωμένοι σχετικά με τους υποψηφίους, αλλά ποιος κάθεται να ενημερωθεί τώρα, έτσι δεν είναι; Και έτσι φτάνουμε σιγά σιγά στην κυριότερη αιτία της αποχής: την αδιαφορία. Η οποία φυσικά είναι ό,τι χειρότερο, γιατί η αδιαφορία, ως γνωστόν, είναι ουσιαστικά ανίκητη.

Το οξύμωρο είναι ότι, δεδομένης της βαθιάς πολιτικής κρίσης, τώρα θα έπρεπε να ενδιαφερόμαστε πιο πολύ από ποτέ. Θα έπρεπε να είμαστε πιο ενημερωμένοι από ποτέ, θα έπρεπε να έχουμε ήδη αντιληφθεί τις στρατηγικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε για να στρέψουμε το αποτέλεσμα προς τα εκεί που θέλουμε. Αντ΄ αυτού, μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σε ένα έθνος μοιρολατρών που μέσα στην απελπισία μας περιμένουμε να αλλάξει κάτι ως δια μαγείας. Τι αλλαγές μπορούμε να περιμένουμε όσο δε συμβάλλουμε εμείς με τον τρόπο μας σε αυτήν τη διαδικασία; Νομίζουμε ότι οι αλλαγές θα έρθουν από τους πολιτικούς που κυβερνούν ήδη, οι οποίοι εκλέγονται ξανά και ξανά από αυτούς που αποφάσισαν να μην απέχουν από τις κάλπες; Και εφόσον δεν πάμε να ψηφίσουμε, με ποιο δικαίωμα μετά θα παραπονεθούμε για την κατάσταση που επικρατεί; Ή μήπως, σε τελική ανάλυση, η τακτική αυτή μας δίνει το άλλοθι να γκρινιάζουμε και να δυσανασχετούμε πίσω από το "τους βαρέθηκα όλους, δεν ψηφίζω κανέναν";

Προφανώς βέβαια φερόμαστε έτσι εκ του ασφαλούς, γιατί δεν έχουμε νιώσει ποτέ πώς είναι να ζεις σε ένα απολυταρχικό κράτος και να μην έχεις καμία δύναμη να αλλάξεις την πολιτική ηγεσία του τόπου σου, άρα κατ' επέκταση και την ποιότητα της ζωής σου. Αλλά εμείς φυσικά εδώ στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ζούμε σε μια κατάσταση ζεν. Όσο το χρήμα έρρεε άφθονο, ψηφίζαμε τα κόμματα που μας το έδιναν και ήμασταν εντάξει. Τώρα που τα πράγματα αγρίεψαν, σκεφτήκαμε "μήπως θα αλλάξει τίποτα κι αν ψηφίσω;" κι αφεθήκαμε ανάλγητα στη μοίρα μας.

Είναι η αποχή δηλωτική της αδράνειας και της πνευματικής στασιμότητας του Έλληνα; Όσο τα πράγματα ήταν καλά, ήμασταν εφησυχασμένοι. Τα βλέπαμε τα σημάδια ότι το πράγμα κάποια στιγμή θα στραβώσει, αλλά δε θέλαμε να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας. Τώρα που το πράγμα στράβωσε τελικά, αισθανόμαστε ανήμποροι. Η κρίση δε στάθηκε ικανή να μας αφυπνίσει, να μας δραστηριοποιήσει, να μας σπρώξει στην εγρήγορση, στην τόλμη, στη δράση. Μας βύθισε κι άλλο στην απραξία, η οποία τώρα ανακατεύτηκε και με θυμό, ματαίωση, παραίτηση, γκρίνια. Κακός συνδυασμός.

Ή μπορεί απλά να μη θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη μας. Είναι εν μέρει και δική μας ευθύνη που οι πολιτικοί που εμείς επιλέξαμε κατέστρεψαν τη χώρα, είναι πάλι θέμα δικό μας ποιοι θα συνεχίσουν από εδώ και στο εξής. Κι όταν απέχουμε και οι αποφάσεις παίρνονται ούτως ή άλλως, πάλι δική μας ευθύνη είναι που δε βοηθήσαμε για το καλό της χώρας μας.

Η δημοκρατία μάς δίνει μια μεγάλη ελευθερία, αλλά μας φορτώνει και με ένα μεγάλο χρέος. Θα μου πεις, θα κάνει μία ψήφος τη διαφορά; Σίγουρα θα κάνει μεγαλύτερη διαφορά η ψήφος που υπάρχει από αυτήν που απουσιάζει.

Καλύτερα από όλους το είπε ο Καζαντζάκης: "Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες εγώ, εγώ μοναχός μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω". Η στιγμή που βάζουμε το ψηφοδέλτιο στον φάκελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Αν πηγαίναμε όλοι να ψηφίσουμε και αν ψηφίζαμε λες κι απ' τη δική μας την προσωπική επιλογή εξαρτάται το ίδιο μας το μέλλον και η πορεία ολόκληρης της χώρας, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Ίσως όχι εντελώς διαφορετικά, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερα.