Οι "απρόθυμοι" Έλληνες αναγνώστες και το μάθημα της λογοτεχνίας στο σχολείο

Της Χρυσάνθης Ιακώβου / Αναδημοσίευση απο το tomorrownews.gr

Ας το παραδεχτούμε: οι Έλληνες δεν αγαπάμε ιδιαίτερα το διάβασμα. Σύμφωνα με… όλες τις σχετικές έρευνες, οι μισοί δε διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο το χρόνο και οι άλλοι μισοί διαβάζουν ελάχιστα. Τι μπορεί να φταίει γι' αυτό; Οι γονείς μας που δε δίνουν το καλό παράδειγμα; Η ελλιπής κρατική υποστήριξη σε φορείς που σχετίζονται με τα βιβλία; Η απουσία κάποιας λογοτεχνικής εκστρατείας που θα μπορούσε να κάνει το διάβασμα "της μόδας"; Ή μήπως η ευθύνη βαραίνει περισσότερο το σχολείο που, όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, αδυνατεί να κάνει τους πολίτες να αγαπήσουν το διάβασμα; Αν σκεφτούμε ότι για τους μισούς Έλληνες -σύμφωνα με τις έρευνες- η μοναδική επαφή που έχουν με τα βιβλία σε όλη τους τη ζωή είναι η λογοτεχνία που διδάσκεται στο σχολείο, τότε ναι, ίσως μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία.

Το σχολείο είναι το μέρος/ο τρόπος/ο χώρος όπου αποκτάς γνώσεις για να βγεις στην κοινωνία μορφωμένος, καλλιεργημένος και με όλα τα εφόδια για να γίνεις ολοκληρωμένος πολίτης. Αυτό που ΔΕΝ κάνει το σχολείο -και που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος- είναι αφενός να αφήσει αρκετά ελεύθερους τους μαθητές ώστε να βιώσουν τη γνώση και αφετέρου να τους δώσει κίνητρα και κατευθύνσεις ώστε να αναζητήσουν κι άλλες γνώσεις μόνοι τους. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα μαθήματα, αλλά στο μάθημα της λογοτεχνίας συμβαίνει ακόμα περισσότερο - ή μάλλον εκεί φαίνεται πιο έντονα.

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, είναι κάτι που βιώνεται, όχι κάτι που διδάσκεται, τουλάχιστον όχι με τη στενή έννοια του όρου. Ασφαλώς και υπάρχουν οι κανόνες, οι θεωρίες, τα ρεύματα, αλλά πέρα από όλα αυτά η ανάγνωση λογοτεχνίας και η επαφή μαζί της είναι κυρίως εμπειρία, μύηση, μια διαδικασία σχεδόν μυσταγωγική. Με λίγα λόγια, δεν έχει τόση σημασία τι λέει το κείμενο, αλλά τι αισθάνεσαι εσύ όταν το διαβάζεις.

Το ελληνικό σχολείο σφάλλει σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι η επιλογή των κειμένων. Ο συντηρητισμός του εκπαιδευτικού συστήματος εξαντλείται στο μάθημα της λογοτεχνίας, καθώς λίγα μόνο κείμενα ξεφεύγουν από τις θεματικές της πατρίδας και της ελευθερίας. Δύσκολο να ιντριγκάρεις έναν έφηβο με κείμενα με τα οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί. Το δεύτερο είναι ο τρόπος διδασκαλίας. Η εξουθενωτική διαδικασία της υπερανάλυσης -ειδικά όταν πρόκειται για ποιήματα- δε θα κάνει τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα αυτό που διαβάζουν, θα τους κάνει μάλλον να το αντιπαθήσουν.

Ο εντελώς διαστρεβλωμένος τρόπος με τον οποίο το σχολείο προσεγγίζει το εν λόγω μάθημα φαίνεται φυσικά και από την εξέταση, όπου ο μαθητής καλείται να βρει την ΜΙΑ και ΣΩΣΤΗ απάντηση, λες και η λογοτεχνία έχει απαντήσεις.

Η λογοτεχνία δεν έχει απαντήσεις. Η λογοτεχνία είναι αυτή που θέτει τις ερωτήσεις. Είναι αυτή που σε βάζει σε σκέψεις, σου προκαλεί ερωτηματικά, σε παρασέρνει σε αναζητήσεις, σου δημιουργεί διαρκώς απορίες. Αν αφήναμε ελεύθερους τους μαθητές να περιπλανηθούν μέσα στα βιβλία, αν τους ενθαρρύναμε να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες και να βγάλουν προς τα έξω κομμάτια του δικού τους εαυτού, θα τους κάναμε να δούνε την λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι αυτογνωσίας, ετερογνωσίας και απόλαυσης. Και ασφαλώς, σε βάθος χρόνου, θα είχαμε πολίτες με καλύτερη κριτική ικανότητα και βαθύτερη καλλιέργεια - που θα συνέχιζαν να διαβάζουν βιβλία! Και ίσως τότε η κοινωνία μας να ήταν λίγο καλύτερη.